Μετάβαση στο περιεχόμενο

χιραγκάνα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χιραγκάνα < (λόγιο δάνειο) ιαπωνική 平仮名 (hiragana).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /çi.ɾaˈga.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χιραγκάνα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χιραγκάνα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό, άκλιτο, εννοείται τα σημεία ή σύμβολα χιραγκάνα

  1. (γραφές) συλλαβάριο της ιαπωνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται για ενδογενείς ιαπωνικές λέξεις και καταλήξεις
    < υπώνυμα: κάνα
     συνυπώνυμα: κατακάνα
  2. (επιθετικοποιημένο)
    παράδειγμα Η γραφή χιραγκάνα είναι η μία από τις δύο ιαπωνικές συλλαβικές γραφές κάνα.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]