Μετάβαση στο περιεχόμενο

κέρασε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

κέρασε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κερνώ
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κερνώ