καθυποτάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καθυποτάζω < καθυποτάσσω < ελληνιστική κοινή καθυποτάσσω
Ρήμα
[επεξεργασία]καθυποτάζω
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | καθυποτάζω | καθυπόταζα | θα καθυποτάζω | να καθυποτάζω | καθυποτάζοντας | |
| β' ενικ. | καθυποτάζεις | καθυπόταζες | θα καθυποτάζεις | να καθυποτάζεις | καθυπόταζε | |
| γ' ενικ. | καθυποτάζει | καθυπόταζε | θα καθυποτάζει | να καθυποτάζει | ||
| α' πληθ. | καθυποτάζουμε | καθυποτάζαμε | θα καθυποτάζουμε | να καθυποτάζουμε | ||
| β' πληθ. | καθυποτάζετε | καθυποτάζατε | θα καθυποτάζετε | να καθυποτάζετε | καθυποτάζετε | |
| γ' πληθ. | καθυποτάζουν(ε) | καθυπόταζαν καθυποτάζαν(ε) |
θα καθυποτάζουν(ε) | να καθυποτάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | καθυπόταξα | θα καθυποτάξω | να καθυποτάξω | καθυποτάξει | ||
| β' ενικ. | καθυπόταξες | θα καθυποτάξεις | να καθυποτάξεις | καθυπόταξε | ||
| γ' ενικ. | καθυπόταξε | θα καθυποτάξει | να καθυποτάξει | |||
| α' πληθ. | καθυποτάξαμε | θα καθυποτάξουμε | να καθυποτάξουμε | |||
| β' πληθ. | καθυποτάξατε | θα καθυποτάξετε | να καθυποτάξετε | καθυποτάξτε | ||
| γ' πληθ. | καθυπόταξαν καθυποτάξαν(ε) |
θα καθυποτάξουν(ε) | να καθυποτάξουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω καθυποτάξει | είχα καθυποτάξει | θα έχω καθυποτάξει | να έχω καθυποτάξει | ||
| β' ενικ. | έχεις καθυποτάξει | είχες καθυποτάξει | θα έχεις καθυποτάξει | να έχεις καθυποτάξει | ||
| γ' ενικ. | έχει καθυποτάξει | είχε καθυποτάξει | θα έχει καθυποτάξει | να έχει καθυποτάξει | ||
| α' πληθ. | έχουμε καθυποτάξει | είχαμε καθυποτάξει | θα έχουμε καθυποτάξει | να έχουμε καθυποτάξει | ||
| β' πληθ. | έχετε καθυποτάξει | είχατε καθυποτάξει | θα έχετε καθυποτάξει | να έχετε καθυποτάξει | ||
| γ' πληθ. | έχουν καθυποτάξει | είχαν καθυποτάξει | θα έχουν καθυποτάξει | να έχουν καθυποτάξει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καθυποτάζω
|