Μετάβαση στο περιεχόμενο

καιροσκόπου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

καιροσκόπου αρσενικό ή θηλυκό