Μετάβαση στο περιεχόμενο

κακοήχως

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κακοήχως < κακόηχ(ος) + -ως

Επίρρημα

[επεξεργασία]

κακοήχως