κακόμορφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κακόμορφος κακόμορφη κακόμορφο
γενική κακόμορφου κακόμορφης κακόμορφου
αιτιατική κακόμορφο κακόμορφη κακόμορφο
κλητική κακόμορφε κακόμορφη κακόμορφο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κακόμορφοι κακόμορφες κακόμορφα
γενική κακόμορφων κακόμορφων κακόμορφων
αιτιατική κακόμορφους κακόμορφες κακόμορφα
κλητική κακόμορφοι κακόμορφες κακόμορφα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κακόμορφος < ελληνιστική κοινή κακόμορφος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaˈkɔmɔɾfɔs/
συλλαβισμός: κα‐κό‐μορ‐φος

Επίθετο[επεξεργασία]

κακόμορφος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]