Μετάβαση στο περιεχόμενο

καρδιολόγε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

καρδιολόγε αρσενικό ή θηλυκό