καρπάτσιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρπάτσιο < ιταλική carpaccio

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρπάτσιο ουδέτερο άκλιτο

  1. (γαστρονομία) έδεσμα από λεπτοκομμένες φέτες ωμού μαριναρισμένου κρέατος ή ψαριού

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]