καταβαράθρωσις
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καταβαράθρωσις (μαρτυρείται από το 1894) [1] < καταβαραθρῶ + -σις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καταβαράθρωσις θηλυκό
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ καταβαράθρωσις, σελ.522, Τόμος Α΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)