καταξοδεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταξοδεύω < κατα- (τελείως) + ξοδεύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καταξοδεύω

  • βάζω κάποιον σε πολύ μεγάλα έξοδα
τον καταξόδεψες τον πατέρα σου με τόσα λούσα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]