Μετάβαση στο περιεχόμενο

κατασκουριάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατασκουριάζω < κατα- + σκουριάζω

κατασκουριάζω[1]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]