Μετάβαση στο περιεχόμενο

κουλουάρ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Δρομείς που τρέχουν μαζί στο πρώτο κουλουάρ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κουλουάρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική couloir (διάδρομος)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ku.luˈaɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κουλουάρ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κουλουάρ ουδέτερο άκλιτο

  • (αθλητισμός) ο κάθε ξεχωριστός διάδρομος στον στίβο όπου πρέπει να παραμένει ο αθλητής
    παράδειγμα  Στον δρόμο οκτακοσίων μέτρων (800) οι αθλητές ξεκινούν, ο καθένας σε ξεχωριστό κουλουάρ και μετά το πρώτο βιράζ συγκλίνουν στο εσωτερικό κουλουάρ (που έχει και το μικρότερο μήκος). Αντίθετα, στα 400 (στον δρόμο τετρακοσίων μέτρων) οι αθλητές τρέχουν πάντα στο δικό τους κουλουάρ.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • κουλουάρ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)