κουλουάρ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουλουάρ < γαλλική couloir

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουλουάρ ουδέτερο άκλιτο

  1. (αθλητισμός) ο κάθε ξεχωριστός διάδρομος σε αγωνίσματα στίβου στον οποίο πρέπει να παραμένει ο αθλητής σε όλη τη διάρκεια του αγώνα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]