κωδικοποίησις
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κωδικοποίησις (μαρτυρείται από το 1833) [1] < → και δείτε τη λέξη κωδικοποίηση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κωδικοποίησις, -εως θηλυκό
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ 1833, Ελληνικοί κώδικες κωδικοποίησις, σελ.585, Τόμος Α΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)