κόβω τον βήχα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]κόβω τον βήχα
- περιορίζω τις απαιτήσεις, ή την έπαρση κάποιου ή κάποιων
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κόβω τον βήχα
|
|