κῶνος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κῶνος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱeh₃ (ακονίζω).
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κῶνος αρσενικό
- το κουκουνάρι
- το πεύκο
- (γεωμετρία) ο κώνος
κῶνος αρσενικό