κώνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κώνος κώνοι
γενική κώνου κώνων
αιτιατική κώνο κώνους
κλητική κώνε κώνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κώνος < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική cône ή αγγλική cone < αρχαία ελληνική κῶνος (κουκουνάρα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κώνος αρσενικό

  1. (γεωμετρία) επιφάνεια που παράγεται από μια ευθεία (η οποία λέγεται γενέτειρα) που περνά από ένα σταθερό σημείο (την κορυφή) και ένα μεταβλητό σημείο που κινείται πάνω σε μια κλειστή καμπύλη γραμμή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]