cone
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| cone | cones |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]cone (en)
- (γεωμετρία) ο κώνος
Traffic cones are placed on roads to temporarily redirect traffic in a safe manner.
- Οι κώνοι κίνησης τοποθετούνται σε δρόμους για να ανακατευθύνουν προσωρινά την κυκλοφορία με ασφαλή τρόπο.
- (γλυκό) το παγωτό χωνάκι
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τον όρο ice cream cone
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| cone | cones |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]cone (pt) αρσενικό