Μετάβαση στο περιεχόμενο

λάχνη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λάχνη < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λάχνη θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ λάχνη αἱ λάχναι
      γενική τῆς λάχνης τῶν λαχνῶν
      δοτική τῇ λάχνῃ ταῖς λάχναις
    αιτιατική τὴν λάχνην τὰς λάχνᾱς
     κλητική ὦ! λάχνη λάχναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λάχνᾱ
γεν-δοτ τοῖν  λάχναιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

λάχνη < *ϝλακσνά < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂welh₁- (“μαλλί”), ομόρριζη του λατινικά vellus

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λάχνη θηλυκό

  1. τρίχωμα ζώου
  2. χνουδωτή επιφάνεια υφάσματος
  3. (μεταφορικά) το φύλλωμα
  4. (στον πληθυντικό) τα αγκάθια του σώματος του ακανθόχοιρου

Παράγωγα

[επεξεργασία]