Μετάβαση στο περιεχόμενο

λάχος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ λάχος τὰ λάχη - λάχε
      γενική τοῦ λάχους - λάχεος τῶν λαχῶν - λαχέων
      δοτική τῷ λάχει - λάχεῐ̈ τοῖς λάχεσ(ν)
    αιτιατική τὸ λάχος τὰ λάχη - λάχεα
     κλητική ! λάχος λάχη - λάχεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λάχει - λάχεε
γεν-δοτ τοῖν  λαχοῖν - λαχέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λάχος < θέμα λαχ- (ἔ-λαχ-ον, αόριστος του λαγχάνω) + -ος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λάχος [ᾰ], -εος/-ους ουδέτερο

  1. αυτό που έχει προοριστεί για κάποιον, ο κλήρος, η μοίρα
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Ἀντιγόνη, στίχ. 1303
    κωκύσασα μὲν τοῦ πρὶν θανόντος Μεγαρέως κλεινὸν λάχος
  2. μερίδιο που ορίζεται με κλήρο
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Εὐμενίδες, στίχ. 400 στίχος 400 @greeklanguage.gr
    τῶν αἰχμαλώτων χρημάτων λάχος μέγα
    απ' τα λάφυρα των αιχμαλώτων πλούσια μερίδα [έχω]
  3. αξίωμα, το έργο που έχει οριστεί σε κάποιον να εκτελέσει