Μετάβαση στο περιεχόμενο

λέοντας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λέοντας οι λέοντες
      γενική του λέοντα των λεόντων
    αιτιατική τον λέοντα τους λέοντες
     κλητική λέοντα λέοντες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λέοντας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λέων[1], από την αιτιατική «τὸν λέοντα»[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈle.on.das/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λέοντας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λέοντας αρσενικό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. λέων - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. λέοντας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας