λαΐνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαΐνα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαΐνα θηλυκό

  • η στάμνα, πήλινο δοχείο μεταφοράς νερού στο σπίτι, στη ναξιακή και ευρύτερη κυκλαδική διάλεκτο καθώς και στην κρητική.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • λαΐνι (μικρότερο σε μέγεθος)
  • μεθύρα (μεγαλύτερη σε μέγεθος)
  • μεθύρι (μικρότερο της μεθύρας αλλά μεγαλύτερο της λαΐνας)
  • σιφούνι (επιτραπέζιο μικρό κανάτι}

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]