κανάτι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κανάτι κανάτια
γενική κανατιού κανατιών
αιτιατική κανάτι κανάτια
κλητική κανάτι κανάτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. κανάτι < μεσαιωνική ελληνική κανάτι < κανάτα < μεσαιωνική λατινική cannata < λατινική canna < αρχαία ελληνική κάννα (καλάμι) (αντιδάνειο) < ακκαδική 𒄀 (qanû: καλάμι) < σουμεριακή 𒄀𒈾 (gi.na)
  2. κανάτι < τουρκική kanat < αρχαία τουρκική kanat (φτερό) < πρωτοτουρκική *Kājnat

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈna.ti/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κανάτι ουδέτερο

  1. είδος μικρής κανάτας
    Κέρασε κρασί σε όλους τους παριστάμενους από το κανάτι.
    Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις: κανατάκι
  2. (ιδιωματικό) είδος ξύλινου παραθυρόφυλλου χωρίς γρίλιες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]