λαβείν

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαβείν < αρχαία ελληνική λαβεῖν, απαρέμφατο αορίστου β΄ (ἔλαβον) του ρήματος λαμβάνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαβείν ουδέτερο

  1. το να παίρνει κάποιος κάτι από κάποιον άλλον· χρησιμοποιείται στην έκφραση δούναι και λαβείν (δοσοληψία)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]