λαθραίως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαθραίως < αρχαία ελληνική λαθραίως

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

λαθραίως

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαθραίως < λαθραῖος)

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

λαθραίως

  • κρυφά, υπό την άγνοια κάποιου

Συνώνυμα[επεξεργασία]