μάσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: μασώ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

μάσω

(ιδιωματικό) (λαϊκότροπο)
  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύω
  2. θα μάσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μαζεύω