μασώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μασώ < μεσαιωνική ελληνική μασῶ και μασίζω < αρχαία ελληνική μασάομαι-μασῶμαι αλλά και μαστάζω

Ρήμα[επεξεργασία]

μασώ, παθητικό μασιέμαι, παθητική μετοχή μασημένος

  1. αλέθω την τροφή με τα δόντια μου κουνώντας συνεχώς τα σαγόνια μου
  2. χτυπώ κάτι με τα δόντια μου, χωρίς να το καταπίνω
    Μη μασάς το στυλό σου!
  3. (για μηχανήματα) καταστρέφω, τσαλακώνω, συνθλίβω κάτι που περνάει ανάμεσα σε κινούμενα τμήματα μηχανισμού
    Το στερεοφωνικό μου μάσησε μία κασέτα με ύστερη μεσαιωνική λυρική ποίηση του Guillaume de Machaut.
  4. (με άρνηση) δε μασάω: δεν πτοούμαι
  5. (αργκώ) τρώω την περιουσία και τα χρήματα άλλου ατόμου (συνήθως για γυναίκες που εκμεταλλεύονται οικονομικά έναν άντρα)
  6. παθητικό, για αντικείμενα, τρόφιμα
    Το κρέας πρέπει να μασιέται καλά για να χωνεύεται πιο εύκολα.
    Αυτό το χάπι δεν πρέπει να μασηθεί, αλλά να διαλυθεί στο στομάχι.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]