συνθλίβω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνθλίβω < αρχαία ελληνική συνθλίβω < σύν + θλίβω

Ρήμα[επεξεργασία]

συνθλίβω (παθητική φωνή: συνθλίβομαι)

  1. (κυριολεκτικά) πιέζω, λιώνω, διαλύω, πολτοποιώ
  2. (μεταφορικά) καταπιέζω, συντρίβω, εξουθενώνω, κατατροπώνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]