Μετάβαση στο περιεχόμενο

crush

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
crush crushes

crush (en)

  • ο έρωτας, η καψούρα, έντονο, συνήθως σύντομο αίσθημα έρωτα που νιώθει ένας νεαρός/-ή για κάποιον άλλον· το πρόσωπο που αποτελεί αντικείμενο αυτού του αισθήματος
    παράδειγμα  It’s only a schoolgirl crush, it’ll pass.
    Είναι μόνο ένας παιδικός έρωτας, θα της περάσει.
    παράδειγμα  I had a huge crush on her.
    Είχα μεγάλη καψούρα μαζί της.
    παράδειγμα  You had a crush on Joey when he first came.
    Ήσουν τσιμπημένη με τον Τζόι όταν ήρθε.
ενεστώτας crush
γ΄ ενικό ενεστώτα crushes
αόριστος crushed
παθητική μετοχή crushed
ενεργητική μετοχή crushing

crush (en)

  1. (μεταβατικό) συνθλίβω, στραπατσάρω, τσαλακώνω, πιέζω κάτι τόσο δυνατά που χαλάει ή χάνει το σχήμα του· συνθλίβω, πιέζω κάποιον τόσο πολύ που τραυματίζεται
    παράδειγμα  The car was crushed in the collision.
    Το αυτοκίνητο συνθλίφτηκε στη σύγκρουση.
    παράδειγμα  The bus was badly crushed.
    Το λεωφορείο στραπατσαρίστηκε πολύ.
    παράδειγμα  A truck crushed my vehicle.
    Ένα φορτηγό μού τσαλάκωσε το αμάξι.
    παράδειγμα  The door crushed his fingers.
    Η πόρτα του συνέθλιψε τα δάχτυλα.
  2. (μεταβατικό) λιώνω, τρίβω, συνθλίβω, θρυμματίζω, σπάζω κάτι σε μικρά κομμάτια ή σε σκόνη πιέζοντας δυνατά
    παράδειγμα  Crush the garlic and add it to the dish.
    Λιώσε το σκόρδο και πρόσθεσέ το στο φαγητό.
    παράδειγμα  I’m crushing the spices in the mortar.
    Τρίβω τα μπαχαρικά στο γουδί.
    παράδειγμα  I crushed some nuts for the salad.
    Έτριψα λίγους ξηρούς καρπούς για τη σαλάτα.
    παράδειγμα  The olives are crushed to extract the oil.
    Οι ελιές συνθλίβονται για να βγάλουν το λάδι.
    παράδειγμα  I want a cocktail with crushed ice.
    Θέλω ένα κοκτέιλ με θρυμματισμένο πάγο.
    παράδειγμα  The ice was crushed into very small pieces.
    Ο πάγος θρυμματίστηκε σε πολύ μικρά κομμάτια.
  3. (μεταβατικό) στριμώχνω, σπρώχνω ή πιέζω κάποιον ή κάτι σε ένα μικρό χώρο
    παράδειγμα  We can’t crush any more people in here.
    Δεν μπορούμε να στριμώξουμε κι άλλο κόσμο εδώ μέσα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη squeeze
  4. (μεταβατικό και αμετάβατο) τσαλακώνω, στραπατσάρω, κάνω κάτι γεμάτο πτυχώσεις ή ζάρες· γίνομαι γεμάτος πτυχώσεις ή ζάρες
    παράδειγμα  He crushed the letter in his palm.
    Τσαλάκωσε το γράμμα στη χούφτα του.
    παράδειγμα  You crushed your coat.
    Το στραπατσάρισες το παλτό σου.
     συνώνυμα: crumple
  5. (μεταβατικό) συντρίβω, τσακίζω, χρησιμοποιώ βίαιες μεθόδους για να νικήσω τους ανθρώπους που είναι εναντίον μου
    παράδειγμα  We crushed the rebellion.
    Συντρίψαμε την ανταρσία.
    παράδειγμα  They crushed the enemy/opponent.
    Συνέτριψαν τον εχθρό/αντίπαλο.
    παράδειγμα  The lords crushed the serfs’ rebellion.
    Οι άρχοντες τσάκισαν την εξέγερση των δουλοπάροικων.
  6. (μεταβατικό) τσαλακώνω, συντρίβω, τσακίζω, καταστρέφω την εμπιστοσύνη ή την ευτυχία κάποιου
    παράδειγμα  Our team got crushed yesterday.
    Τσαλακώθηκε η ομάδα μας χτες.
    παράδειγμα  He crushed him with a remark.
    Τον τσαλάκωσε με μια κουβέντα.
    παράδειγμα  They are words that crush human dignity.
    Είναι λόγια που τσαλακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
    παράδειγμα  All our hopes were crushed.
    Όλες μας ελπίδες συντρίφτηκαν.
    παράδειγμα  His death crushed her.
    Τη σύντριψε ο θάνατος του.
    παράδειγμα  The news crushed her.
    Την τσάκισαν τα νέα.