crush
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| crush | crushes |
crush (en)
- ο έρωτας, η καψούρα, έντονο, συνήθως σύντομο αίσθημα έρωτα που νιώθει ένας νεαρός/-ή για κάποιον άλλον· το πρόσωπο που αποτελεί αντικείμενο αυτού του αισθήματος
It’s only a schoolgirl crush, it’ll pass.
- Είναι μόνο ένας παιδικός έρωτας, θα της περάσει.
I had a huge crush on her.
- Είχα μεγάλη καψούρα μαζί της.
You had a crush on Joey when he first came.
- Ήσουν τσιμπημένη με τον Τζόι όταν ήρθε.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | crush |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | crushes |
| αόριστος | crushed |
| παθητική μετοχή | crushed |
| ενεργητική μετοχή | crushing |
crush (en)
- (μεταβατικό) συνθλίβω, στραπατσάρω, τσαλακώνω, πιέζω κάτι τόσο δυνατά που χαλάει ή χάνει το σχήμα του· συνθλίβω, πιέζω κάποιον τόσο πολύ που τραυματίζεται
The car was crushed in the collision.
- Το αυτοκίνητο συνθλίφτηκε στη σύγκρουση.
The bus was badly crushed.
- Το λεωφορείο στραπατσαρίστηκε πολύ.
A truck crushed my vehicle.
- Ένα φορτηγό μού τσαλάκωσε το αμάξι.
The door crushed his fingers.
- Η πόρτα του συνέθλιψε τα δάχτυλα.
- (μεταβατικό) λιώνω, τρίβω, συνθλίβω, θρυμματίζω, σπάζω κάτι σε μικρά κομμάτια ή σε σκόνη πιέζοντας δυνατά
Crush the garlic and add it to the dish.
- Λιώσε το σκόρδο και πρόσθεσέ το στο φαγητό.
I’m crushing the spices in the mortar.
- Τρίβω τα μπαχαρικά στο γουδί.
I crushed some nuts for the salad.
- Έτριψα λίγους ξηρούς καρπούς για τη σαλάτα.
The olives are crushed to extract the oil.
- Οι ελιές συνθλίβονται για να βγάλουν το λάδι.
I want a cocktail with crushed ice.
- Θέλω ένα κοκτέιλ με θρυμματισμένο πάγο.
The ice was crushed into very small pieces.
- Ο πάγος θρυμματίστηκε σε πολύ μικρά κομμάτια.
- (μεταβατικό) στριμώχνω, σπρώχνω ή πιέζω κάποιον ή κάτι σε ένα μικρό χώρο
- (μεταβατικό και αμετάβατο) τσαλακώνω, στραπατσάρω, κάνω κάτι γεμάτο πτυχώσεις ή ζάρες· γίνομαι γεμάτος πτυχώσεις ή ζάρες
- (μεταβατικό) συντρίβω, τσακίζω, χρησιμοποιώ βίαιες μεθόδους για να νικήσω τους ανθρώπους που είναι εναντίον μου
We crushed the rebellion.
- Συντρίψαμε την ανταρσία.
They crushed the enemy/opponent.
- Συνέτριψαν τον εχθρό/αντίπαλο.
The lords crushed the serfs’ rebellion.
- Οι άρχοντες τσάκισαν την εξέγερση των δουλοπάροικων.
- (μεταβατικό) τσαλακώνω, συντρίβω, τσακίζω, καταστρέφω την εμπιστοσύνη ή την ευτυχία κάποιου
Our team got crushed yesterday.
- Τσαλακώθηκε η ομάδα μας χτες.
He crushed him with a remark.
- Τον τσαλάκωσε με μια κουβέντα.
They are words that crush human dignity.
- Είναι λόγια που τσαλακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
All our hopes were crushed.
- Όλες μας ελπίδες συντρίφτηκαν.
His death crushed her.
- Τη σύντριψε ο θάνατος του.
The news crushed her.
- Την τσάκισαν τα νέα.