écraser

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.kʁa.ze/
écraser 

Ρήμα[επεξεργασία]

écraser (fr)

une voiture l'a écrasé - τον πάτησε αυτοκίνητο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]