chew
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | chew |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | chews |
| αόριστος | chewed |
| παθητική μετοχή | chewed |
| ενεργητική μετοχή | chewing |
chew (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) μασώ, αλέθω την τροφή με τα δόντια μου κουνώντας συνεχώς τα σαγόνια μου
Chew your food well before swallowing it.
- Μάσησε καλά την τροφή σου πριν την καταπιείς.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) μασώ κάτι χωρίς να το καταπίνω
Don’t chew (on) your pen!
- Μη μασάς το στυλό σου!
She was chewing (at) her lower lip.
- Μασούσε το κάτω χείλος της.
I’m chewing gum/tobacco.
- Μασώ μαστίχα/ταμπάκο.