Μετάβαση στο περιεχόμενο

chew

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας chew
γ΄ ενικό ενεστώτα chews
αόριστος chewed
παθητική μετοχή chewed
ενεργητική μετοχή chewing

chew (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) μασώ, αλέθω την τροφή με τα δόντια μου κουνώντας συνεχώς τα σαγόνια μου
    παράδειγμα  Chew your food well before swallowing it.
    Μάσησε καλά την τροφή σου πριν την καταπιείς.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) μασώ κάτι χωρίς να το καταπίνω
    παράδειγμα  Don’t chew (on) your pen!
    Μη μασάς το στυλό σου!
    παράδειγμα  She was chewing (at) her lower lip.
    Μασούσε το κάτω χείλος της.
    παράδειγμα  I’m chewing gum/tobacco.
    Μασώ μαστίχα/ταμπάκο.

Παράγωγα

[επεξεργασία]