μηχανέλαιου

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

μηχανέλαιου ουδέτερο

  1. μηχανέλαιο, στη γενική του ενικού