μισαλλοδοξίας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

μισαλλοδοξίας

  1. μισαλλοδοξία, στη γενική του ενικού