μπεσαμέλ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπεσαμέλ < γαλλική béchamel

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπεσαμέλ θηλυκό

  • κρέμα που τοποθετείται σε στρώσεις σε φαγητά
Πολύ ωραίο το παστίτσιο σου! Την πέτυχες την μπεσαμέλ.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]