Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπιρμπίλι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπιρμπίλι < (άμεσο δάνειο) τουρκική bülbül < περσική بلبل (bolbol)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπιρμπίλι ουδέτερο

  1. (λαϊκότροπο, πτηνό) το αηδόνι
  2. μπιρμπίλα, μπιμπίλα

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]