μπιρμπίλι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπιρμπίλι < (άμεσο δάνειο) τουρκική bülbül < περσική بلبل (bolbol)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μπιρμπίλι ουδέτερο
- (λαϊκότροπο, πτηνό) το αηδόνι
- μπιρμπίλα, μπιμπίλα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- μπιρμπίλι της θάλασσας: το ψαροπούλι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μπιρμπίλι
|
→ δείτε τη λέξη αηδόνι |
Πηγές
[επεξεργασία]- μπιρμπίλι σελ.4785 - ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)