ντάλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντάλα < τουρκική dal (σκέτο, γυμνό) + [1]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ντάλα (χρονικό επίρρημα)

  • ακριβώς, στη μέση, στη φράση:
    ντάλα μεσημέρι : μες στο μεσημέρι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντάλα θηλυκό

  • η μέση, το αποκορύφωμα ζεστής μέρας ή περιόδου
    δουλειά δεν είχε και δουλειά πήγε και μας σκάρωσε μες στη ντάλα του καλοκαιριού (Μενέλαος Λουντέμης, Συννεφιάζει)

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • χρησιμοποιείται μόνο στις εκφράσεις ντάλα μεσημέρι, ντάλα ήλιος και ντάλα του καλοκαιριού

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. ντάλα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.