ομορφάντρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομορφάντρας < όμορφος + άντρας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ομορφάντρας αρσενικό

  1. ένας όμορφος άντρας


Μεταφράσεις[επεξεργασία]