ορθόδοξα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ορθόδοξα < ορθόδοξος +

Επίρρημα[επεξεργασία]

ορθόδοξα

  1. με ορθόδοξο τρόπο
  2. (θρησκεία) με τον τρόπο της Ορθοδοξίας

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]