Μετάβαση στο περιεχόμενο

πωλέω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πωλέω < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *pōléō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pel- (πουλάω, κερδίζω).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɔː.lé.ɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πωλέω

πωλέω

  1. πουλώ, ανταλλάσσω εμπορεύματα, προσφέρω προς πώληση
  2. (μεταφορικά) προδίδω, καθιστώ αντικείμενο συναλλαγής

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]