πόθοι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

πόθοι αρσενικό

  1. πόθος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού