σάκιασες

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

σάκιασες

  1. β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σακιάζω