Μετάβαση στο περιεχόμενο

σαβουριάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σαβουριάζω < σαβούρα

σαβουριάζω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]