Μετάβαση στο περιεχόμενο

σεβαστείτε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σεβαστείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
  2. θα σεβαστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σέβομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σέβομαι