σεβαστείτε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]σεβαστείτε
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σέβομαι
- θα σεβαστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σέβομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σέβομαι