σεμίδαλις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεμίδαλις < αρχαία ελληνική σεμίδαλις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σεμίδαλις θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη σιμιγδάλι



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σεμίδαλις σεμιδάλει σεμιδάλεις
Γενική σεμιδάλεως σεμιδαλέοιν σεμιδάλεων
Δοτική σεμιδάλει σεμιδαλέοιν σεμιδάλεσι(ν)
Αιτιατική σεμίδαλιν σεμιδάλει σεμιδάλεις
Κλητική σεμίδαλι σεμιδάλει σεμιδάλεις
η γενική και: σεμιδάλιος, σεμιδάλεος, σεμιδάλιδος

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεμίδαλις < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σεμίδαλις θηλυκό (σεμῐδᾱλις)

  1. πολύ λεπτό (ψιλοκοσκινισμένο) αλεύρι από σιτάρι
  2. σιμιγδάλι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]