σκυβαλοφόρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκυβαλοφόρο < σκύβαλο+φέρω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκυβαλοφόρο

  1. (κυπριακά) απορριμματοφόρο


Μεταφράσεις[επεξεργασία]