Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπίτιν

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπίτιν < μεσαιωνική ελληνική ὁσπίτιν < ελληνιστική κοινή ὁσπίτιον < λατινική hospitium
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: σπίτιν (ιδιωματικό)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπίτιν ουδέτερο

  • άλλη μορφή του ὁσπίτιον
      12ος αιώνας Πτωχοπρόδρομος, ανωνύμου, (τέσσερα επαιτικά ποιήματα), Ποίημα Δ', στίχ. 266 & 267 (266-267) @anemi.lib.uoc.gr
    ἐπαίρνω, πάγω, βασιλεῦ, στὸ σπίτιν ὑπαγαίνω,
    τὸ σπίτιν, τὸ παλαιόσπιτον, τὸ καινουριοχαλασμένον.
    D. C. Hesseling & Hubert Pernot (επιμ.), Poèmes prodromiques en grec vulgaire [Verhandelingender Koninklijke Akademie van Wetenschappen te Amsterdam, Afdeeling Letterkunde, Nieuwe Reeks, Deel XI, No 1], Johanes Müller, Amsterdam 1910.
      15ος αιώνας, Ανωνύμου, Διήγησις του Αχιλλέως, στίχ. 1036, [Αχιλλ. L], χφ L (British Museum Additional 8241, του 15.αι.), @dwc.knaw.nl
    καὶ ἡμᾶς πρέπει μας ἀπὸ σήμερον στὰ σπίτια σου νἀλθοῦμεν, []
    D. C. Hesseling (επιμ.), L’ achilléide byzantine, publiée avec une introduction, des observations et un index par D. C. Hesseling, Johannes Müller, Amsterdam 1919.
      15ος αιώνας Λεόντιος Μαχαιράς, Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνικα, τουτέστιν Χρονικόν, Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Τόμος 2 σελ.@books-google
    Τότες ἐπέψαν τὴν Πατρίτζεναν εἰς τὴν ̓Αμμόχουστον, καὶ ἐπέψαν καὶ ἐκουρτζέψαν τὸ σπίτιν τοῦ πρίντζη, καὶ ηὗραν ὅτοσον λογάριν, ἀσῆμιν καὶ χρουσάφιν, πέτραις καὶ μαργάριν, []

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]
  • σπίτια (ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού)