στερούμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

στερούμαι < παθητική φωνή του ρήματος στερώ

Ρήμα[επεξεργασία]

στερούμαι

  1. δεν έχω
  2. μου λείπει κάτι απαραίτητο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]