Μετάβαση στο περιεχόμενο

συγκεντρωθείτε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συγκεντρωθείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι
  2. θα συγκεντρωθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγκεντρώνομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγκεντρώνομαι