Μετάβαση στο περιεχόμενο

συγχωρηθήκατε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συγχωρηθήκατε