συνδράω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνδράω < σύν + δράω-ῶ

Ρήμα[επεξεργασία]

συνδράω

  • δρω από κοινού, για καλό ή κακό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]