Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνταγογράφησε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνταγογράφησε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνταγογραφώ
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνταγογραφώ